
Έντονη ήταν η αντίδραση της Αναστασίας Τζίμου, Προέδρου του Εμπορικού και Επιχειρηματικού Συλλόγου Άργους, που ξέσπασε με ανάρτησή της στα social media κατά των τραπεζών, βάζοντας στο στόχαστρο τις υπέρογκες προμήθειες των POS που επιβαρύνουν τους εμπόρους.
Αναλυτικά, η ανάρτηση:
«Πληρώνουμε για να πουλήσουμε, πληρώνουμε για να εισπράξουμε και πληρώνουμε για να κρατήσουμε τα δικά μας χρήματα!
Σήμερα άνοιξα τον τραπεζικό μου λογαριασμό και είδα μία ακόμη χρέωση: 69 ευρώ – «έξοδα αποδοχής πληρωμών».
Τηλεφώνησα στην τράπεζα. Η απάντηση; Η χρέωση αφορά τη Nexi, την εταιρεία μέσω της οποίας λειτουργούν τα POS.
Και εδώ είναι η ουσία:
Δεν πληρώνουμε ήδη προμήθεια για κάθε συναλλαγή με κάρτα; Δεν πληρώνουμε τραπεζικές προμήθειες για τις καθημερινές συναλλαγές μας; Δεν έχουμε υποχρεωθεί να διαθέτουμε POS και να δεχόμαστε ηλεκτρονικές πληρωμές; Δεν έχουμε πληρώσει αναβαθμίσεις επί αναβαθμίσεων επειδή κάποιος ξύπνησε μια ωραία πρωία και αποφάσισε κάτι χωρίς προγραμματισμό αλλά πετώντας έξω από τον προγραμματισμό τους χιλιάδες επαγγελματίες;
Κι όμως, αφού ο επαγγελματίας υποχρεώνεται να συμμετέχει σε αυτή τη διαδικασία, έρχεται στο τέλος να του ζητηθεί και ξεχωριστό κόστος για το δικαίωμα να εισπράξει τα χρήματα της δουλειάς του.
Και ας μην μας λένε ότι οι προμήθειες είναι «μικρές». Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ανώτατα όρια στις λεγόμενες διατραπεζικές προμήθειες για πολλές καταναλωτικές κάρτες, αλλά το συνολικό κόστος που επιβαρύνει τον έμπορο δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Στη διαδρομή της συναλλαγής υπάρχουν τράπεζες, πάροχοι αποδοχής, σχήματα καρτών, τεχνικά κόστη και διάφορες χρεώσεις. Και τελικά ο λογαριασμός καταλήγει ξανά στον ίδιο άνθρωπο, τον επαγγελματία που εργάζεται, πουλάει, φορολογείται και αναλαμβάνει όλο το κόστος της επιχείρησής του.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εξοργιστικό επειδή ο έμπορος δεν μπορεί καν να μετακυλίσει το κόστος στον πελάτη για τις συνήθεις καταναλωτικές κάρτες. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία απαγορεύει τις πρόσθετες επιβαρύνσεις στον πελάτη για τη χρήση των περισσότερων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών. Δηλαδή, το κράτος και η Ευρώπη επιβάλλουν ή ενισχύουν την ηλεκτρονική πληρωμή, ο πελάτης δικαιούται να μην επιβαρύνεται και ο επαγγελματίας είναι αυτός που πληρώνει το κόστος της υποδομής από την τσέπη του.
Φτάνει πια με τους νταβατζηδες.
Οι τράπεζες και οι πάροχοι πληρωμών δεν μπορούν να αντιμετωπίζουν την επιχείρηση σαν ένα μόνιμο πορτοφόλι από το οποίο θα αντλούν χρήματα επειδή απλώς διεκπεραιώνουν τις υποχρεωτικές συναλλαγες.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει θεσπίσει κανόνες διαφάνειας και δημοσιεύει στοιχεία σύγκρισης για τραπεζικές χρεώσεις και προμήθειες. Αυτό όμως δεν αρκεί, όταν ο επαγγελματίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα σωρό χρεώσεις σε ένα σύστημα που είναι υποχρεωμένος να χρησιμοποιεί.
Οι μικρές επιχειρήσεις δεν είναι ΑΤΜ.
Δεν θα συνεχίσουμε να δουλεύουμε για να τροφοδοτούμε με προμήθειες ένα σύστημα που επιβλήθηκε στο όνομα της «ψηφιακής μετάβασης» και της «διαφάνειας» και που τελικά έγινε μόνο για να βγάζουν κάποιοι κέρδη εκατομμυρίων, οι τράπεζες δηλαδή.
Όταν μέχρι και η είσπραξη των δικών σου χρημάτων γίνεται πηγή χρέωσης για τρίτους, τότε κάτι είναι βαθιά λάθος στο σύστημα.
Και κάποιος επιτέλους πρέπει να το αλλάξει».





