
Η συζήτηση για τη βιώσιμη ανάπτυξη δεν είναι πλέον μια θεωρητική πολυτέλεια για λίγους «ειδικούς». Είναι το πιο ουσιαστικό ερώτημα που αφορά το μέλλον των ελληνικών πόλεων και ιδιαίτερα πόλεων με ιστορικό, τουριστικό και πολιτιστικό βάρος όπως το Ναύπλιο.
Το πραγματικό δίλημμα σήμερα δεν είναι αν θέλουμε ανάπτυξη.
Το δίλημμα είναι αν θέλουμε μια πόλη ζωντανή, λειτουργική και ανθρώπινη ή μια πόλη εγκλωβισμένη στην καθημερινή στασιμότητα, στην προχειρότητα και στη διαρκή διαχείριση προβλημάτων χωρίς στρατηγικό σχέδιο.
Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν σημαίνει απλώς «περισσότερα έργα».
Σημαίνει ανάπτυξη με διάρκεια, ισορροπία και ποιότητα ζωής.
Σημαίνει μια πόλη που μπορεί να εξυπηρετεί τους κατοίκους της χωρίς να εξαντλεί τους φυσικούς της πόρους, χωρίς να υποβαθμίζει τον δημόσιο χώρο και χωρίς να μετατρέπεται αποκλειστικά σε τουριστικό προϊόν.
Σήμερα, πολλές ελληνικές πόλεις και το Ναύπλιο δεν αποτελεί εξαίρεση αντιμετωπίζουν μια επικίνδυνη αντίφαση. Από τη μία πλευρά προβάλλεται η εικόνα της ανάπτυξης μέσω του τουρισμού, της επισκεψιμότητας και της επιχειρηματικότητας. Από την άλλη, η καθημερινότητα των πολιτών επιβαρύνεται από κυκλοφοριακή συμφόρηση, έλλειψη χώρων στάθμευσης, περιορισμένο πράσινο, προβλήματα καθαριότητας και αυξανόμενο κόστος ζωής.
Μια πόλη όμως δεν μπορεί να θεωρείται πραγματικά «αναπτυγμένη» όταν οι ίδιοι οι κάτοικοί της δυσκολεύονται να τη ζήσουν.
Η βιώσιμη αστική ανάπτυξη βασίζεται σε συγκεκριμένους πυλώνες:
σύγχρονες και ανθεκτικές υποδομές,
προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος,
ενίσχυση της τοπικής οικονομίας,
βιώσιμη κινητικότητα,
κοινωνική συνοχή,
συμμετοχή των πολιτών στον σχεδιασμό της πόλης.
Χωρίς αυτά, η ανάπτυξη μετατρέπεται σε πρόσκαιρη κατανάλωση χώρου και πόρων.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στις τοπικές πολιτικές συχνά δεν είναι η έλλειψη χρημάτων. Είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης.
Οι πόλεις δεν μπορούν να λειτουργούν μόνο με αποσπασματικές παρεμβάσεις, έργα βιτρίνας ή λογικές πολιτικού κόστους. Χρειάζονται μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, επιστημονική τεκμηρίωση και διοίκηση που να βλέπει πέρα από την επόμενη εκλογική περίοδο.
Η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί δύσκολες αποφάσεις:
λιγότερη εξάρτηση από το αυτοκίνητο,
προστασία της ιστορικής φυσιογνωμίας,
επενδύσεις σε πράσινες υποδομές,
έξυπνη διαχείριση του τουρισμού,
πολιτικές που κρατούν τους νέους στην πόλη.
Και κυρίως απαιτεί πολιτική βούληση.
Γιατί η στασιμότητα δεν εμφανίζεται ξαφνικά.
Χτίζεται καθημερινά:
όταν τα προβλήματα απλώς μεταφέρονται,
όταν η πόλη λειτουργεί χωρίς σχέδιο,
όταν ο δημόσιος διάλογος εξαντλείται στην επικοινωνία,
όταν οι πολίτες συνηθίζουν να θεωρούν τη δυσλειτουργία «φυσιολογική».
Η πόλη του μέλλοντος δεν θα κριθεί από τις φωτογραφίες της.
Θα κριθεί από το αν μπορεί να προσφέρει ποιότητα ζωής, ανθεκτικότητα και προοπτική στους ανθρώπους της.
Το ερώτημα λοιπόν παραμένει ανοιχτό και πολιτικό:
Θέλουμε μια πόλη που απλώς επιβιώνει από σεζόν σε σεζόν ή μια πόλη που σχεδιάζει συνειδητά το μέλλον της;
Γιατί η βιώσιμη ανάπτυξη δεν είναι σύνθημα.
Είναι επιλογή πολιτισμού, δημοκρατίας και ευθύνης απέναντι στις επόμενες γενιές.





