ΛΕΙΨΥΔΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΦΤΑΙΕΙ ΜΟΝΟ Ο ΚΑΙΡΟΣ;-Γράφει ο Βασίλης Ζόραπας. Γεωλόγος M.sc.-Προϊστάμενος τμήματος υδρογεωλογίας και υδρολογίας ΕΑΓΜΕ.

Ενα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο του Γεωλόγου Βασίλη Ζόραπα δημοσίευσε η εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ την Κυριακή. Μέσα απο αυτό το άρθρο ο επιστήμονας Βασίλης Ζόραπας επιχειρεί με επιτυχία να μεταφέρει στον αναγνώστη την κατάσταση που επικρατεί σε ότι αφορά την διαχείριση των υδάτων και το πρόβλημα της λειψυδρίας προτείνοντας παράλληλα λύσεις για την επίλυση ων προβλημάτων .Αναλυτικότερα στο άρθρο αναφέρονται τα ακόλουθα :

Η διαχείριση των υδάτων καθορίζεται από την Οδηγία 2000/60 ΕΚ, σύμφωνα με την οποία η χώρα μας υποχρεούται να συντάσσει Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ), τα οποία αναθεωρούνται ανά 6ετία. Στο πλαίσιο της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ, η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ (ΕΑΓΜΕ)έχει την ευθύνη για την παρακολούθηση των υπόγειων υδάτων και είναι ένας από τους φορείς που συμμετέχουν στο ΔΙΚΤΥΟ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΥΔΑΤΩΝ, το οποίο χρηματοδοτείται από το ΕΣΠΑ. Η παρακολούθηση των επιφανειακών και παράκτιων υδάτων, υλοποιείται από το ΕΛΚΕΘΕ, τον ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, το Γενικό Χημείο του Κράτους, το ΕΚΒΥ, και τη ΔΕΥΑ Λάρισας.
Η διαχείριση των υδάτων υλοποιείται σε επίπεδο Υδατικών Διαμερισμάτων (ΥΔ). Η χώρα μας διακρίνεται σε 14 ΥΔ, με βάση υδρολογικά κριτήρια και σε 591 υπόγεια υδατικά συστήματα (ΥΥΣ),τα οποία οροθετούνται με βάση την υδρογεωλογική δομή των περιοχών.
Χάρτης Υδατικών Διαμερισμάτων και σταθμών του Δικτύου Παρακολούθησης Υπόγειων Υδάτων (Φορέας υλοποίησης ΕΑΓΜΕ)

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΝΕΡΟΥ
Το νερό, τόσο το υπόγειο όσο και το επιφανειακό, αποτελεί ανανεώσιμοπόρο. Η επάρκειάτου στον χρόνο και στον χώρο, καθορίζεται κυρίως από τους ακόλουθους παράγοντες:
1. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά αλλά κυρίως την υδρογεωλογική δομή της κάθε περιοχής (αν δηλαδή η γεωλογική κατασκευή της περιοχής είναι κατάλληλη για να φιλοξενήσει ή να αποθηκεύσει υπόγειο νερό).
2. Τις κλιματικές συνθήκες και συγκεκριμένα τη θερμοκρασία και τη μεταβολή του ετήσιου ύψους κατακρημνισμάτων και χιονοπτώσεων.
3. Τις πιέσεις που ασκούνται από τους χρήστες (περιλαμβανομένων λανθασμένων πρακτικών και πολιτικών).
Οι προαναφερθέντες παράγοντες είναι καθοριστικοί για την διαχείριση των υδάτων, αλλά και για τις προτεινόμενες λύσεις, οι οποίες δεν δύναται να είναι κοινές για κάθε περιοχή. Όταν οι τρεις αυτοί παράγοντες ή οι συνδυασμοί τους είναι δυσμενείς, τότε προκαλούνταιφαινόμενα λειψυδρίας, όπως συμβαίνει στις μέρες μας.
Οι δύο τελευταίοι παράγοντες είναι μεταβαλλόμενοι και ανατρέπουν την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης του πόρου, όπως αυτή έχει διαμορφωθείδιαχρονικά σε μια περιοχή, σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, είτε κατά περιόδους είτε μόνιμα.
Αναλύοντας περαιτέρω τον κάθε παράγοντα, αξίζει να αναφερθούν τα ακόλουθα στοιχεία:
Οι γεωλογικοί σχηματισμοί, αναλόγως των χαρακτηριστικών τους, είναι δυνατό να αποθηκεύουν ποσότητες νερού που αντιπροσωπεύουν από σχεδόν το 0% έωςτο 40% της βροχόπτωσης. Στους σχηματισμούς που δεν μπορεί να αποθηκευτεί, το νερό κινείται μόνο επιφανειακά. Σε γενικές γραμμές η αναπλήρωση του υπόγειου νερού είναι μια αργή διαδικασία.
Η Ελλάδα δέχεται μέσα ετήσια ύψη βροχόπτωσης, με εύρος από 1300mm στην Ήπειρο έως 400 mmστις Κυκλάδες και τη Χαλκιδική.Τα τελευταία χρόνια όμως,όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει διαφοροποίηση των κλιματικών συνθηκών, ανεξάρτητα αν πιστεύουμε στην κλιματική αλλαγή ή όχι. Γεγονός είναι ότι οι θερμοκρασίες αυξάνονται, ενώ οι βροχοπτώσεις μειώνονται, γίνονται πιο έντονες και αποκτούν τοπικό χαρακτήρα.Θα πρέπει να αναφερθεί ότι φαινόμενα όπως οDanielδεν συνεισφέρουν ουσιαστικά στην αναπλήρωση των υπόγειων νερών. Ταυτόχρονα, παρατηρείται απουσία χιονόπτωσης. Το χιόνι λειτουργεί σαν αποθήκη νερού, το οποίο αποδίδεται με υστέρηση κατά την Άνοιξη. Οι συνθήκες αλλαγής του κλίματος λειτουργούν σε βάρος της αναπλήρωσης των υπόγειων νερώνκαι αναμένεται να επιδεινωθούν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.Επιπλέον, η αύξηση της θερμοκρασίας διευρύνει χρονικά την αρδευτική περίοδο και αυξάνει την υδρευτική χρήση, ασκώντας επιπρόσθετηπίεση στα υπόγεια και επιφανειακά νερά.
Κατά την πενταετία 2020-2024 σημειώθηκε μια σημαντική μείωση των βροχοπτώσεων, ειδικά στο Νότιο και Ανατολικό τμήμα της χώρας. Ενδεικτικά αναφέρεται για τον μετεωρολογικό σταθμό της Τρίπολης,ότι σε αυτήν την πενταετία έχει απολεσθεί σχεδόν ένα υδρολογικό έτος (Μ.Ο.: 750mm – M.O.πενταετίας: 617 mm).
Ενδεικτικό ετήσιο ύψος Υετού σε τέσσερις πόλεις, συγκρινόμενο με το μέσο ετήσιο ύψος της Ε.Μ.Υ. (Πηγή: https://data.climpact.gr/dataset)
Οι πιέσεις που δέχονται τα ΥΥΣ, τις περισσότερες φορές οφείλονται σε λανθασμένη ή κακή χρήση, η οποία οδηγεί σε κατασπατάληση του πόρου. Ο σημαντικότερος παράγοντας όλωνείναι οι απώλειες των δικτύων μεταφοράς του νερού και για τις δύο χρήσεις,οι οποίεςξεπερνούν το 50%. Η παράνομη χρήση και η έλλειψη ελέγχων των απολήψεων από τις αδειοδοτούσες αρχές αποτελεί μεγάλο πρόβλημα, όπως επίσης η χρήση συστημάτων και πρακτικών άρδευσης περιορισμένης αποτελεσματικότητας. Τέλος, είναι κρίσιμη η απουσία στρατηγικής για τον τουριστικό και αγροτικό τομέα, οι οποίοιλειτουργούν ανταγωνιστικά.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η αύξηση του τουριστικού ρεύματος, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η επέκταση των δικτύων και η αύξηση των απωλειών λόγω παλαιότητας έχουν διπλασιάσει,συγκριτικά με το 2000 και σε επίπεδο χώρας,την ετήσια κατανάλωση νερού, η οποία υπολογίζεται σε 1,8 x 109 m3.
Η ΥΦΑΛΜΥΡΙΝΣΗ
Στα πεδινά παράκτια τμήματα της χώρας, τα οποία είναι εκτεταμένα λόγω της μακράς ακτογραμμής, όταν ο ρυθμός αναπλήρωσης των υπόγειων νερών, μέσω των βροχοπτώσεων, υστερεί σε σχέση με τον ρυθμό άντλησής τους, το ελλειμματικό ισοζύγιο οδηγεί αφενός σε μείωση των αποθεμάτων και αφετέρου σε υποβάθμιση και των ποιοτικών χαρακτηριστικών των υπόγειων νερών, λόγω υφαλμύρινσης.
Με χρήση απλουστευμένων όρων, αναφέρεται ότιο υποβιβασμός της στάθμης του γλυκού νερού στην πλευρά της ξηράς οδηγεί το θαλάσσιο μέτωπο προς την ενδοχώρα, ώστε να αναπληρώσει τα αποθέματα γλυκού νερού που αντλούνται. Η παράμετρος της ηλεκτρικής αγωγιμότητας αποτελεί τον πιο συνηθισμένο δείκτη υφαλμύρινσης του νερού.
Οι υδροχημικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα δεν επιτρέπουν να απομακρυνθούν εύκολα τα ιόντα Cl και Na από το νερό και το έδαφος, ακόμα και αν μεσολαβήσουν μερικά «καλά» υδρολογικά έτη, όπου το ισοζύγιο θα μπορούσε υποθετικά να είναι θετικό. Η υφαλμύρινση καθιστά ακατάλληλες προς χρήση μεγαλύτερες ποσότητες υπόγειου νερού και μειώνει την απόδοση των καλλιεργειών.
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Σύμφωνα με τους παράγοντες που αναφέρθηκαν προηγουμένως και με βάση την ένταση με την οποία επιδρά ο κάθε παράγοντας, υπάρχουν περιοχές που είναι οι πλέον ευάλωτες, όπωςγια παράδειγμα τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων, η Ανατολική Αργολίδα και τα Μουδανιά –Κασσάνδρα (δυσμενείς και οι τρεις παράγοντες). Οι περιοχές της Δυτικής Ηπειρωτικής Ελλάδας (π.χ. Ήπειρος) βρίσκονται σε ευνοϊκή κατάσταση.
Η παρούσα φάση τηςανομβρίαςέχει πλήξει πιο έντονα περιοχές στο Νότιο και Ανατολικό κυρίως τμήμα της χώραςκαι πιο συγκεκριμένα τα ΥΔ 14, 13,03, καθώς επίσηςτο ανατολικό τμήμα του ΥΔ 02 (σύμφωνα με τον χάρτη). Τμήματα της Θεσσαλίας και της Κεντρικής Μακεδονίας αντιμετωπίζουν θέματα επάρκειας διαχρονικά, τα οποία δεν οφείλονται αποκλειστικά στη μείωση των βροχοπτώσεων.
Από τα στοιχεία του ΔΙΚΤΥΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΥΠΟΓΕΙΩΝ ΝΕΡΩΝ, προκύπτει ότι οι περιοχές οι οποίες δέχονται σταθερά έντονες πιέσεις, είναι και εκείνες που αντιμετωπίζουν διαχρονικά προβλήματα επάρκειας, τα οποία σε συνθήκες ανομβρίας μεγιστοποιούνται. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη σημασία της ορθής διαχείρισης.
Εξέλιξη στάθμης γεώτρησης παρακολούθησης του συστήματος υπόγειων νερών Μοιρών Κρήτης (αριστερά). Εξέλιξη υφαλμύρινσης – αγωγιμότητα γεώτρησης παρακολούθησης του συστήματος υπόγειων νερών Αργολικού πεδίου (δεξιά).
Αξίζει να αναφερθεί ότι η πτώση στάθμης στον υδροφορέα κατά 1m και αναλόγως των χαρακτηριστικών του, ισοδυναμεί με απώλεια 150.000 έως 250.000 m3 νερού ανά 1 km2.
Ειδική περίπτωση αποτελεί η Αθήνα, η οποία υδρεύεται κύρια από τους ταμιευτήρες του Μόρνου και του Εύηνου στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Τα αποθέματα των εν λόγω ταμιευτήρωνέχουν μειωθεί σημαντικά, καθώς η τροφοδοσία εντός της λεκάνης απορροής τους είναι ελλιπής κατά τα τελευταία έτη και βέβαιασημαντικό ρόλο έχει παίξει και η απουσία χιονοπτώσεων.
ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Η ορθή διαχείριση των υδατικών πόρων, αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την περιβαλλοντική ισορροπία κάθε χώρας.
Βασικός κανόνας στην ορθή διαχείριση των υπόγειων υδάτων είναι ότι οι απολήψεις δεν πρέπει να ξεπερνούν τα ετήσια ανανεώσιμα αποθέματα (μέση ετήσια ποσότητα τροφοδοσίας), τα οποία παρουσιάζουντάση μείωσης. Το γεγονός αυτό επιβάλλει αυστηρότερο έλεγχο και προσαρμοσμένες στρατηγικές.
Η εξοικονόμηση στη χρήση έχει ιδιαίτερη αξία σε περιόδους ανομβρίας. Γενικότερα όμως η έννοια της σωστής διαχείρισης πρέπει να εμπεδωθεί ώστε να αντιμετωπίζεται η χρήση του νερού με σύνεση. Η άρδευση πρέπει να «σηκώσει» το μεγαλύτερο βάρος στο πεδίο της εξοικονόμησης, καθώς αποτελεί τον μεγαλύτερο καταναλωτή.
Τα αποθέματα υπόγειου νερού είναι «στρατηγικής σημασίας», δεν είναι άμεσα εκτεθειμένα σε ρύπανση και δεν υπόκεινται σε εξάτμιση. Η απόληψή τους είναι εύκολη, η αναπλήρωσή τους όμως είναι αργή διαδικασία.
Δεν υπάρχουν ούτε άμεσες ούτε εύκολες λύσεις και ενδεχομένως να μην υπάρχουν λύσεις για όλες τις περιοχές.Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να στοχεύσουμε στον μετριασμό του προβλήματος, το οποίο δεν πρέπει να ξεχαστεί αν μεσολαβήσουν μερικά καλά υδρολογικά έτη. Το φαινόμενο της ανομβρίας έχει περιοδικότητα και θα επιστρέφει σφοδρότερο.
Είναι αναγκαίονα οροθετηθεί ο αριθμός των επισκεπτών και των τουριστικών υποδομών,λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητα των υπόγειων και επιφανειακών συστημάτων νερού. Σε κάποιες περιοχές ίσως απαιτηθεί εγκατάσταση ή επέκταση μονάδωναφαλάτωσης, αν και θα πρέπει να αποτελέσει την έσχατη λύση. Επιπλέον, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο της αλλαγής των καλλιεργειών και αντικατάστασής τους με άλλες λιγότερο υδροβόρες.Εξίσου σημαντικός είναι και ο έλεγχος των απολήψεων και των παράνομων υδροληψιών.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα,τα μέτρα που πρέπει να υλοποιηθούν αφορούν:
1. στην αντικατάσταση των υδρευτικών και αρδευτικών δικτύων
2. στην αξιοποίηση των επιφανειακών και πηγαίων νερώνσε μέγιστο βαθμό, για την άρδευση και για την επιτάχυνση της αναπλήρωσης των υδροφορέων, είτε παρατείνοντας το χρόνο παραμονής τους στην ξηρά, είτε εφαρμόζοντας τεχνητό εμπλουτισμό μέσω γεωτρήσεων,
3. στην αλλαγή των αρδευτικών πρακτικών (αλλαγή των συστημάτων άρδευσης όπου απαιτείται, εφαρμογή συστημάτων ευφυούς γεωργίας, ενδεχομένως και χρήση επεξεργασμένων λυμάτων).
Συμπερασματικά, ηορθή διαχείριση των υδάτων προϋποθέτει υπεύθυνη στάση από όλους, προκειμένου να διασφαλιστεί η επάρκεια του πόρου σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, απαιτείται διακομματική συνεννόηση και αποφυγή αντιπολιτευτικών τακτικών. Απαιτείται αλλαγή συνηθειών σε ατομικό επίπεδο, καθώς επίσης έργα από την πολιτεία, από την τοπική αυτοδιοίκηση και από συλλογικούς φορείς.

Βασίλειος Ζόραπας
Γεωλόγος M.Sc.
Προϊστάμενος Τμήματος Υδρογεωλογίας και Υδρολογίας
ΕΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΓΕΩΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Επιστημονικός Υπεύθυνος του έργου ΔΙΚΤΥΟ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΥΠΟΓΕΙΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Facebook
Twitter
LinkedIn

Νέα της τελευταίας εβδομάδας

Ναύπλιο: 2ο & 3ο Εργαστήριο Φωτογραφίας στο Μουσείο Παιδικής Ηλικίας του Ιδρύματος Βασίλη Παπαντωνίου

Με την καθοδήγηση της αγαπημένης μας διακεκριμένης φωτογράφου Υπατίας Κορνάρου, συνεχίζουμε το φωτογραφικό μας ταξίδι με δύο ακόμα δημιουργικά εργαστήρια γεμάτα φαντασία, παιχνίδι και… πολλά κλικ!

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ »