
Η χθεσινή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου ανέδειξε ένα ζήτημα που δεν μπορεί να περάσει ως μια ακόμη πολιτική συζήτηση της καθημερινότητας. Η καταγγελία εργαζόμενης για εκφοβισμό από αιρετό δεν είναι ένα θέμα για υπαινιγμούς ή ασαφείς αναφορές αφορά την αξιοπρέπεια στον χώρο εργασίας και τη θεσμική ευθύνη όσων κατέχουν δημόσια αξιώματα.
Σε μια συζήτηση που απαιτεί σαφήνεια και θάρρος, οι επικεφαλής της αντιπολίτευσης στάθηκαν υπεύθυνα, καταδικάζοντας το περιστατικό και στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα: καμία ανοχή στη βία και στον εκφοβισμό, σε οποιαδήποτε μορφή τους. Μια στάση που δεν ήταν πολιτική τακτική, αλλά στοιχειώδης θεσμική υποχρέωση.
Σε μια τέτοια συζήτηση θα περίμενε κανείς ένταση, πολιτική αντιπαράθεση, ίσως και σκληρούς τόνους. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συνέβη.
Και όμως, η συζήτηση σημαδεύτηκε από μια φράση που άφησε σκιές: η παροιμία «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί». Οι παροιμίες έχουν τη δύναμη να υπονοούν πολλά χωρίς να λένε τίποτα ξεκάθαρα. Σε μια τέτοια περίπτωση, όμως, η κοινωνία δεν χρειάζεται υπαινιγμούς χρειάζεται ευθύ λόγο.
Η απογοήτευση κορυφώνεται όταν κάποιοι επιλέγουν να αποχωρήσουν από την αίθουσα αντί να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Η σιωπή ή η φυγή δεν αντικαθιστά την πολιτική ευθύνη την ακυρώνει. Και όταν στη συζήτηση κυριαρχεί το «θα διαλευκανθεί » και το «να εξετάσουμε τα πραγματικά γεγονότα», τότε δεν μιλάμε για ανάληψη ευθύνης. Μιλάμε για μετάθεσή της μέχρι να ξεχαστεί, μέχρι η ουσία να θολώσει.
Σε ζητήματα όπως ο εκφοβισμός στον χώρο εργασίας, οι σκιές δεν βοηθούν θολώνουν την εικόνα και απομακρύνουν τη συζήτηση από την ουσία.
Η ουσία είναι μία: κάθε καταγγελία πρέπει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα, διαφάνεια και θεσμική καθαρότητα.
Η κοινωνία δεν περιμένει υπαινιγμούς, αναβολές ή σιωπή. Περιμένει καθαρές θέσεις, ευθύ λόγο και το αυτονόητο θάρρος να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους. Γιατί η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός στον χώρο εργασίας δεν είναι αντικείμενο λεκτικών παιχνιδιών, είναι ζήτημα ευθύνης. Και η ευθύνη απαιτεί φως, όχι σκιές.
Γιατί τελικά, σε τέτοια ζητήματα, το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα αφήσει τις περισσότερες αιχμές. Το ζητούμενο είναι ποιος θα έχει το θάρρος να μιλήσει καθαρά.





