Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις βραχυπρόθεσμες προοπτικές των αγροτικών αγορών (Short-Term Outlook 2025) περιγράφει μια ευρωπαϊκή αγορά κρασιού που βρίσκεται σε φάση μετάβασης. Η παραγωγή συνεχίζει να μειώνεται, η κατανάλωση υποχωρεί και το διεθνές εμπόριο επηρεάζεται από ένα ασταθές περιβάλλον, αλλάζοντας τις ισορροπίες στον αμπελοοινικό κλάδο της ΕΕ.
Η παραγωγή κρασιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το 2024/25 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 137 εκατομμύρια εκατόλιτρα. Πρόκειται για μείωση 5% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά και 10% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 20 ετών. Η πτώση οφείλεται κυρίως στη μεγάλη μείωση της παραγωγής σε Γαλλία, Γερμανία και Πορτογαλία, όπου σημειώθηκαν έντονα καιρικά φαινόμενα. Στη Γαλλία η παραγωγή υποχωρεί κατά 25%, στη Γερμανία κατά 11% και στην Πορτογαλία κατά 8%, λόγω εξαιρετικά υγρού φθινοπώρου, προσβολών από μυκητολογικές ασθένειες και ζημιών από παγετό και χαλάζι την άνοιξη του 2024. Αντίθετα, Ιταλία και Ισπανία καταγράφουν ισχυρή άνοδο, με αύξηση 15% και 10% αντίστοιχα, με την Ιταλία να ανακτά τον ρόλο του μεγαλύτερου παραγωγού κρασιού στην ΕΕ.
Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνονται και στις τιμές παραγωγού. Στο δεύτερο μισό του 2024 καταγράφονται μικρές ονομαστικές αυξήσεις, με πιο έντονη ανάκαμψη στη Γαλλία και σταθεροποίηση στη Γερμανία. Στο διάστημα Ιανουαρίου–Μαΐου 2024 οι τιμές παραμένουν γενικά σταθερές, με άνοδο στην Ισπανία, μερική ανάκαμψη στη Γερμανία, ενώ στη Γαλλία κινούνται πτωτικά.
Η κατανάλωση κρασιού στην ΕΕ συνεχίζει την πτωτική της πορεία. Για το 2024/25 αναμένεται να μειωθεί κατά 3%, στα 93 εκατομμύρια εκατόλιτρα. Η τάση αυτή ενισχύει τη μακροχρόνια υποχώρηση της κατανάλωσης στην Ευρώπη, με τα κόκκινα κρασιά να πλήττονται περισσότερο. Στη μείωση συμβάλλει η στροφή των καταναλωτών σε άλλα αλκοολούχα ή μη αλκοολούχα προϊόντα, αλλά και η γενικότερη πτώση της κατανάλωσης αλκοόλ στην ΕΕ. Ταυτόχρονα, τα λοιπά κανάλια χρήσης του κρασιού, όπως η απόσταξη, επιστρέφουν σε πιο φυσιολογικά επίπεδα, καθώς τα μέτρα κρίσης εφαρμόστηκαν φέτος μόνο σε δύο κράτη-μέλη.
Το ευρωπαϊκό κρασί βρίσκεται επίσης αντιμέτωπο με ένα ασταθές εμπορικό περιβάλλον. Στο διάστημα Αυγούστου–Απριλίου οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 3%, κυρίως λόγω της υποχώρησης των εξαγωγών οίνων ΠΓΕ προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Προς το τέλος του 2024 παρατηρείται έντονη αύξηση των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, καθώς οι αγορές προεξοφλούν τον κίνδυνο νέων δασμών από αμερικανικής πλευράς. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι η βιωσιμότητα αυτής της τάσης παραμένει αβέβαιη και προβλέπει συνολική μείωση των εξαγωγών κατά 6% για την περίοδο 2024/25. Οι εισαγωγές κρασιού στην ΕΕ αναμένεται να παραμείνουν σταθερές, ενώ τα τελικά αποθέματα προβλέπεται να διαμορφωθούν κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, στα 157 εκατομμύρια εκατόλιτρα.
Όσον αφορά τις προοπτικές για το 2025/26, μέχρι στιγμής δεν έχει καταγραφεί κάποιο μεγάλο αρνητικό γεγονός που να απειλεί τη νέα παραγωγική χρονιά, πέρα από ορισμένες τοπικές επιπτώσεις. Οι πιο ευνοϊκές καιρικές συνθήκες της άνοιξης του 2025 είναι πιθανό να στηρίξουν μια άνοδο της παραγωγής, προσφέροντας ένα στοιχείο συγκρατημένης αισιοδοξίας για την επόμενη σεζόν.
Παρά ταύτα, ο αμπελοοινικός τομέας στην Ευρώπη καλείται να προσαρμοστεί σε ένα περιβάλλον που αλλάζει. Η μειωμένη παραγωγή, η υποχώρηση της κατανάλωσης και η αβεβαιότητα στο εμπόριο καθιστούν την ποιότητα, τη διαφοροποίηση και τη σωστή τοποθέτηση των προϊόντων στην αγορά πιο κρίσιμες από ποτέ. Οι παραγωγοί στην ΕΕ και στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται πλέον σε μια αγορά όπου οι ποσότητες περιορίζονται, τα κόστη παραμένουν υψηλά και οι προτιμήσεις των καταναλωτών μεταβάλλονται. Η προσεκτική διαχείριση και η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευκαιριών αποτελούν βασικά εργαλεία για να μπορέσει ο κλάδος να ανταποκριθεί στο νέο τοπίο.
Η συνολική εικόνα δείχνει μια αγορά κρασιού που δέχεται πιέσεις, αλλά παραμένει δυναμική. Παρά τις δυσκολίες, η ευρωπαϊκή οινοποιία διατηρεί σημαντικό αποτύπωμα στην παγκόσμια αγορά και συνεχίζει να εξελίσσεται, με το στοίχημα να μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στη σταθερή ποιότητα, την προσαρμογή στα νέα καταναλωτικά πρότυπα και τη στρατηγική παρουσία στις διεθνείς αγορές.
πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή





