
Η τοξικότητα δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα πρόβλημα συμπεριφοράς ή προσωπικού ήθους. Έχει μετατραπεί σε κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτικό σύμπτωμα της εποχής μας. Διαπερνά τον δημόσιο λόγο, τις κοινωνικές σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη συλλογική ζωή.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η τοξικότητα υπονομεύει τη βασική προϋπόθεση της συνύπαρξης: την εμπιστοσύνη. Η συνεχής απαξίωση, ο κυνισμός και η επιθετικότητα καλλιεργούν ένα περιβάλλον άμυνας και αποστασιοποίησης. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να σιωπούν για να προστατευτούν ή να επιτίθενται για να επιβιώσουν. Ο διάλογος αντικαθίσταται από αντιπαράθεση και η κατανόηση από καχυποψία.
Στο πολιτικό πεδίο, η τοξικότητα λειτουργεί ως μηχανισμός πόλωσης. Η δημόσια συζήτηση χάνει τη σύνθεσή της και περιορίζεται σε απλουστευτικά σχήματα αντιπαλότητας. Οι πολιτικές διαφωνίες δεν αντιμετωπίζονται ως αναγκαίο στοιχείο της δημοκρατίας, αλλά ως πεδίο ηθικής εξόντωσης του «άλλου». Έτσι, η πολιτική παύει να είναι διαδικασία σύνθεσης και μετατρέπεται σε διαρκή σύγκρουση εντυπώσεων.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η σταδιακή εξοικείωση με αυτό το κλίμα. Η τοξικότητα δεν προκαλεί πλέον έκπληξη ή αντίδραση. Αντιθέτως, θεωρείται αναπόφευκτη, σχεδόν φυσική. Όταν όμως η κοινωνία συνηθίζει τη σκληρότητα, αποδυναμώνεται η ίδια της η δημοκρατική αντοχή. Η ανοχή στη λεκτική βία οδηγεί στην ανοχή της θεσμικής απαξίωσης.
Η αντιμετώπιση της τοξικότητας δεν μπορεί να περιοριστεί σε ατομικές εκκλήσεις ευγένειας. Πρόκειται για βαθιά πολιτικό ζήτημα. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να μιλάμε, να διαφωνούμε και να συνυπάρχουμε στον δημόσιο χώρο. Η ψυχραιμία, ο σεβασμός και η επιχειρηματολογία δεν είναι σημάδια αδυναμίας είναι προϋποθέσεις δημοκρατίας.
Σε έναν κόσμο που ξεσπά σχεδόν αδιάφορα στον άλλον, η επιλογή ενός λόγου νηφάλιου και ανθρώπινου αποτελεί πράξη ευθύνης. Γιατί η ποιότητα του δημόσιου λόγου δεν καθορίζει μόνο το παρόν της κοινωνίας μας καθορίζει και το πολιτικό της μέλλον.





