
Δεν τη σκότωσε η αγάπη.
Άλλη μια είδηση. Άλλη μια γυναίκα νεκρή. Άλλη μια προσπάθεια να εξηγηθεί το ανεξήγητο με λέξεις που μαλακώνουν την αλήθεια «ζήλια», «πάθος», «καβγάς». Όμως δεν τη σκότωσε η αγάπη. Τη σκότωσε η βία.
Η Γυναικοκτονία δεν είναι μια «κακή στιγμή», ούτε ένα «ξέσπασμα». Είναι το τελικό στάδιο μιας νοοτροπίας που μεγαλώνει σιωπηλά.
Η ιδέα ότι η γυναίκα ανήκει, ότι πρέπει να υπακούει, ότι η άρνησή της είναι πρόκληση και η ανεξαρτησία της απειλή. Δεν πρόκειται για έρωτα που ξέφυγε πρόκειται για εξουσία που διεκδικήθηκε με τον πιο ακραίο τρόπο.
Κάθε φορά που χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως «έγκλημα πάθους», συμβάλλουμε έστω και άθελά μας στη συγκάλυψη. Δίνουμε στον δράστη ένα αφήγημα. Μια δικαιολογία. Σαν να υπήρχε κάτι «ανθρώπινο» ή «κατανοητό» σε αυτή την πράξη. Δεν υπάρχει. Η αγάπη δεν σκοτώνει. Η αγάπη δεν φοβάται. Η αγάπη δεν ελέγχει.
Το πρόβλημα δεν ξεκινά τη στιγμή του εγκλήματος. Ξεκινά πολύ νωρίτερα σε μικρές φράσεις, σε «αστεία», σε συμπεριφορές που κανονικοποιούνται. Στην ανοχή. Στη σιωπή. Στην αδυναμία της κοινωνίας να πει ξεκάθαρα ότι η βία δεν είναι ποτέ αποδεκτή, ούτε «εξηγήσιμη».
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε τίτλους ειδήσεων και στιγμές οργής που γρήγορα ξεθωριάζουν, χάνεται το πιο σημαντικό ότι μιλάμε για ζωές. Για ανθρώπους που δεν είναι πια εδώ. Για γυναίκες που δεν «έφυγαν» δολοφονήθηκαν.
Το ερώτημα δεν είναι τι έκανε εκείνη. Το ερώτημα είναι γιατί εκείνος πίστεψε ότι μπορούσε να της αφαιρέσει τη ζωή.
Αν θέλουμε να σταματήσουν αυτές οι ιστορίες, πρέπει να αλλάξουμε τη γλώσσα, τη σκέψη και τη στάση μας. Να σταματήσουμε να ψάχνουμε δικαιολογίες και να αρχίσουμε να απαιτούμε ευθύνη. Να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τη βία πριν γίνει μη αναστρέψιμη.
Γιατί η αλήθεια είναι μία και δεν σηκώνει ωραιοποίηση, δεν τη σκότωσε η αγάπη.





