
Σε μια δημοκρατία, η κριτική δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θεμέλιο. Κι όμως, κάθε φορά που κάποιος τολμά να αρθρώσει αντίλογο, να αποδομήσει επιχειρήματα εξουσίας ή να επισημάνει αστοχίες, βρίσκεται αντιμέτωπος με τη γνωστή αντίδραση: “Είναι προκατειλημμένος”, “κάνει αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση”, “υπονομεύει το έργο”.
Όμως η κριτική όταν είναι τεκμηριωμένη, καλοπροαίρετη και βασισμένη σε γεγονότα δεν είναι πράξη εχθρότητας. Είναι πράξη ευθύνης. Ιδίως όταν απευθύνεται προς εκείνους που ασκούν εξουσία. Και ακριβώς επειδή η εξουσία και στην περίπτωση της Δημοτικής Αρχής τείνει να γίνεται αυτάρεσκη και να εθίζεται στην αυλή των πρόθυμων, χρειάζεται φωνές που να ενοχλούν. Που να λένε τα δύσκολα. Που να επιμένουν να βλέπουν το δάσος όταν όλοι δείχνουν το δέντρο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει κριτική. Το πρόβλημα είναι ότι δεν την αντέχουν. Και δεν την αντέχουν, γιατί στον πυρήνα της κάθε κριτικής υπάρχει ένα αίτημα λογοδοσίας. Κι αυτό είναι που ενοχλεί περισσότερο: όχι το ύφος ή το περιεχόμενο, αλλά η ίδια η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να αμφισβητήσει το αφήγημα.
Σε κάθε θέση ευθύνης και εξουσίας, η υποχρέωσή μας δεν είναι να ακούμε μόνο τα θετικά σχόλια, αλλά να αφουγκραζόμαστε και τις δύσκολες αλήθειες. Η κοινωνία δεν προχωρά μέσα από χειροκροτήματα μόνο προχωρά μέσα από διάλογο, σύγκρουση απόψεων και ουσιαστική κριτική. Στην πόλη μας συμβαίνει το αντίθετο έχει χαθεί ο διάλογος κι αν γίνεται είναι αποδεκτός όσο συμφωνείς!
Η διαγραφή σχολίων ή η απενεργοποίηση της δυνατότητας δημόσιου διαλόγου μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι θεμιτή όμως δεν είναι αποδεκτή όταν γίνεται με σκοπό την αποστειρωμένη προβολή μιας εικόνας που δεν αντέχει την αμφισβήτηση.
Η Δημοκρατία απαιτεί θάρρος. Και το πρώτο της προαπαιτούμενο είναι η διάθεση να ακούμε. Όχι μόνο να επικοινωνούμε αλλά να ακούμε πραγματικά. Ιδίως όσα μας ενοχλούν
Η σιωπή ποτέ δεν έκανε καλύτερη μια κοινωνία. Η κριτική, ναι.





