Η συνέντευξη που δεν χωρούσε σε κουτάκια-Της Έλενας Λεζέ

Η συνέντευξη της Μαρίας Καρυστιανού στο OPEN δεν ήταν απλώς άλλη μια τηλεοπτική εμφάνιση. Ήταν μια στιγμή που αποκάλυψε κάτι βαθύτερο: την αμηχανία της δημόσιας σφαίρας όταν έρχεται αντιμέτωπη με λόγο που δεν υπακούει στους γνωστούς κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.

Η Καρυστιανού δεν μίλησε όπως μιλούν οι πολιτικοί. Δεν είχε έτοιμες απαντήσεις, δεν είχε την άνεση του ανθρώπου που ξέρει ότι ό,τι κι αν πει θα κουμπώσει κάπου. Και ακριβώς γι’ αυτό προκάλεσε τόσο έντονη συζήτηση.

Το βασικό ερώτημα που αναδύθηκε μετά τη συνέντευξη δεν ήταν αυτά που είπε αλλά πώς πρέπει να τα διαβάσουμε. Ως πολιτική τοποθέτηση; Ως προσωπική άποψη; Ως επικίνδυνη ασάφεια; Ή ως μια ειλικρινή προσπάθεια να τεθούν ερωτήματα εκεί όπου η κοινωνία έχει μάθει να σιωπά;

Η μεγαλύτερη ένταση προκλήθηκε από τη φράση «να γίνει δημόσια διαβούλευση» σε θέματα που θεωρούνται λήξαντα. Για πολλούς αυτό εκλήφθηκε ως οπισθοδρόμηση. Για άλλους ως αφελής τοποθέτηση. Όμως υπάρχει και μια τρίτη ανάγνωση λιγότερο βολική: ότι η Καρυστιανού δεν μίλησε για να ανατρέψει δικαιώματα, αλλά για να υπογραμμίσει το χάσμα ανάμεσα στη νομοθεσία και στην κοινωνική συνείδηση.

Αυτό το χάσμα είναι που ενοχλεί. Γιατί μας αναγκάζει να παραδεχτούμε πως πολλά ζητήματα δεν λύνονται επειδή έκλεισαν νομικά αλλά απλώς θάφτηκαν κάτω από τη βεβαιότητα ότι δεν πρέπει να ξανασυζητηθούν. Η δημόσια διαβούλευση όταν ακούγεται από στόμα που δεν ανήκει σε θεσμικό ρόλο αντιμετωπίζεται σχεδόν ως απειλή.

Η συνέντευξη στο OPEN ανέδειξε και κάτι ακόμη: τη δυσκολία των ΜΜΕ να διαχειριστούν φωνές που δεν είναι ούτε επαγγελματίες πολιτικοί ούτε καθαρά «θύματα». Η Καρυστιανού δεν ζήτησε λύπηση ούτε επιβεβαίωσε στερεότυπα. Μίλησε ήρεμα συχνά διστακτικά, χωρίς να κρύψει τις αντιφάσεις της. Και αυτό, σε έναν δημόσιο λόγο που λατρεύει τη βεβαιότητα θεωρείται αδυναμία.

Όμως ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η αξία της παρέμβασής της. Όχι στο αν συμφωνεί κανείς με κάθε λέξη της αλλά στο ότι επανέφερε τη συζήτηση στο επίπεδο της ευθύνης και όχι της ταμπέλας. Δεν επιχείρησε να γίνει αρεστή. Δεν φάνηκε να επιδιώκει πολιτική καριέρα με τον κλασικό τρόπο. Και αυτό άφησε πολλούς εκτεθειμένους.

Η δημόσια αντίδραση οι υπερβολικές επιθέσεις, οι βιαστικές καταδίκες, οι απόπειρες να διαβαστεί πίσω από τις γραμμές λέει περισσότερα για εμάς παρά για εκείνη. Δείχνει μια κοινωνία που δυσκολεύεται να ακούσει λόγο μη αποστειρωμένο, λόγο που δεν προσφέρεται για άμεση κατάταξη σε φίλους και εχθρούς.

Η συνέντευξη της Μαρίας Καρυστιανού στο OPEN δεν ήταν τέλεια. Δεν ήταν ούτε ξεκάθαρη ούτε «ασφαλής». Ήταν όμως ανθρώπινη. Και ίσως αυτό είναι το πιο πολιτικό στοιχείο της: ότι μας ανάγκασε να συζητήσουμε όχι μόνο τι λέγεται αλλά και ποιος έχει δικαίωμα να μιλά και με ποιον τρόπο.

Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση μοιάζει συχνά με καλοκουρδισμένο μηχανισμό, μια φωνή που τρίζει δεν είναι απαραίτητα απειλή. Μπορεί να είναι υπενθύμιση.

Facebook
Twitter
LinkedIn

Νέα της τελευταίας εβδομάδας